Κλινικές μελέτες: τι είναι και πως διεξάγονται;

Στην αρχή κάθε νέου φαρμάκου ή εμβολίου βρίσκεται η κατανόηση μια πάθησης, η ταυτοποίηση ενός στόχου (θεραπευτικού ή εμβολίου) και η επιλογή των πιο αποτελεσματικών δραστικών ουσιών για τη χορήγηση θεραπείας,  για ανακούφιση ή πρόληψη. Χρειάζεται από 2 μέχρι 4 χρόνια εργασίας για την προετοιμασία ενός υποψήφιου προς ανάπτυξη φαρμάκου ή εμβολίου.

Τι είναι η κλινική μελέτη;

Η κλινική μελέτη είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να επιβεβαιώσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια μιας ουσίας για ανθρώπινη χρήση.  Λαμβάνει χώρα αφού πρώτα οι εργαστηριακές μελέτες (in vitro)  και οι μελέτες σε πειραματόζωα (προ-κλινικές μελέτες) αποδειχθούν ικανοποιητικές. Η ουσία, ή αλλιώς το υπό έρευνα φαρμακευτικό προϊόν, συγκρίνεται είτε με ένα εικονικό φάρμακο (placebo- ουσία φαρμακολογικά ανενεργή) είτε με ήδη υπάρχουσες θεραπείες, για να εξακριβωθεί εάν είναι περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματική. Κατά την κλινική μελέτη προσδιορίζεται  η αποτελεσματικότερη δοσολογία, η πιθανή τοξικότητα και η φύση και η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που μπορεί να προκληθούν.


Γιατί οι κλινικές μελέτες είναι αναγκαίες;

Οι κλινικές μελέτες αποτελούν υποχρεωτικό βήμα  στη διαδικασία έγκρισης ενός φαρμάκου για εμπορική χρήση. Πριν οι νέες θεραπείες γίνουν διαθέσιμες στους πιθανούς ασθενείς, θα πρέπει να θεωρηθούν αποτελεσματικές και καλώς ανεκτές. Οι κλινικές μελέτες επιβεβαιώνουν τη θεραπευτική αξία μιας νέας ουσίας και  προσδιορίζουν σε ποιες κατηγορίες ασθενών είναι περισσότερο αποτελεσματική. Τέλος, οι κλινικές μελέτες βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση των χαρακτηριστικών μιας νόσου.


Ποια είναι τα κριτήρια που οδηγούν στην απόφαση να πραγματοποιηθεί μια κλινική μελέτη;

Μετά την ταυτοποίηση της υπό έρευνα ουσίας, ακολουθεί η αξιολόγηση της στο εργαστήριο (in vitro) και μετά σε πειραματόζωα. Αυτά τα βήματα παρέχουν μια προκαταρκτική εκτίμηση σχετικά  με την ανεκτικότητα και τη θεραπευτική αξία της υπό έρευνα ουσίας. Εάν όλα τα δεδομένα είναι ικανοποιητικά, το επόμενο βήμα είναι οι μελέτες στον άνθρωπο. 

Αμέσως μετά ο  κατασκευαστής του φαρμάκου καταθέτει μια αίτηση σε μια Ανεξάρτητη Επιτροπή Δεοντολογίας ή στο Επιστημονικό Συμβούλιο Εγκρίσεων (ΕΣΕ), ένα εντελώς ανεξάρτητο όργανο που αποστολή του είναι η διερεύνηση των διαδικασιών και του πρωτοκόλλου της μελέτης. Η απόφαση της Επιτροπής βασίζεται κυρίως στη συνέπεια του προγράμματος και στην ασφάλεια που παρέχεται στους συμμετέχοντες. Η κλινική μελέτη μπορεί να προχωρήσει μόνο εφόσον εγκριθεί από την Επιτροπή, η οποία παρακολουθεί τακτικά την εξέλιξη της μελέτης για να διασφαλίσει ότι υπάρχει συνέπεια και συνέχεια στην ασφάλεια της υγείας των συμμετεχόντων.


Ποια είναι τα ρίσκα για τους ασθενείς;

Όλες οι κλινικές μελέτες που διεξάγονται σύμφωνα με τους Κανόνες Ορθής Κλινικής Πρακτικής (Good Clinical Practice – GCP), βρίσκονται υπό την εποπτεία των επιτροπών δεοντολογίας που αναφέρθηκαν παραπάνω και έχουν ως αποστολή τη διαφύλαξη της ασφάλειας και της υγείας των συμμετεχόντων. Οι κλινικές μελέτες μπορούν να διενεργηθούν μόνο εάν έχουν ληφθεί όλες οι δυνατές προφυλάξεις για την προστασία των ασθενών. Επιπροσθέτως, το υπό  έρευνα φαρμακευτικό προϊόν υποβάλλεται σε μελέτες μόνο εάν πραγματικά υπάρχει πιθανότητα να έχει θεραπευτικό όφελος το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί. Η συμμετοχή σε μια κλινική μελέτη μπορεί να δώσει σε έναν ασθενή την ευκαιρία, ειδικά όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμες θεραπείες ή είναι αναποτελεσματικές ή ανεπαρκώς ανεκτές, να επωφεληθεί από την καινοτόμο θεραπεία.

Ο ιατρός ενημερώνει τους ασθενείς που έχουν προσκληθεί να συμμετάσχουν στη μελέτη σχετικά με τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Ύστερα δίνεται χρόνος στους ασθενείς να σκεφτούν τη πιθανή συμμετοχή τους. Σε περίπτωση που κάποιος ασθενής επιθυμεί να συμμετάσχει στη μελέτη, αυτός ή αυτή υπογράφει ένα έντυπο συγκατάθεσης κατόπιν ενημέρωσης  που δηλώνει ότι έχουν γνωστοποιηθεί σε αυτόν οι σχετικές με τη μελέτη πληροφορίες, διαδικασίες, κίνδυνοι και περιορισμοί. 

Η βιολογική, ιατρική και κλινική παρακολούθηση των ασθενών κατά τη διάρκεια της μελέτης διασφαλίζει τον μέγιστο βαθμό προστασίας. Οι ασθενείς ανά πάσα στιγμή μπορούν να αποφασίσουν να αποχωρήσουν από τη μελέτη.


Οι φάσεις μιας κλινικής μελέτης

Οι κλινικές μελέτες διεξάγονται από ιατρούς ή νοσοκομειακές ομάδες σε 3 διαδοχικές φάσεις:

Φάση 1
Σε αυτή τη φάση, η ουσία δοκιμάζεται κυρίως σε έναν περιορισμένο αριθμό υγειών ατόμων*, τα οποία ενδεχομένως να λάβουν αποζημίωση και βρίσκονται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Η  ουσία δοκιμάζεται για  σύντομο χρονικό διάστημα. Στόχος είναι να εκτιμηθεί η ασφάλεια του προϊόντος, πως κινείται  μέσα στο σώμα, το όριο ανοχής και οι ανεπιθύμητες ενέργειες.

Φάση 2
Οι μελέτες περιλαμβάνουν μεγαλύτερες ομάδες ασθενών. Ο σκοπός είναι να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα του προϊόντος και να καθοριστεί η βέλτιστη δοσολογία. Αυτές οι μελέτες είναι συνήθως συγκριτικές: μία από τις δύο ομάδες ασθενών λαμβάνει το προϊόν ενώ η άλλη ομάδα λαμβάνει ένα εικονικό φάρμακο (placebo).

Φάση 3
Οι μελέτες περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό ασθενών, με σκοπό τη σύγκριση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας της ουσίας με μια θεραπεία αναφοράς (εάν υπάρχει) ή με ένα εικονικό φάρμακο (όταν δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία). Τέτοιες μελέτες είναι πολύ συχνά πολυκεντρικές (δηλαδή περιλαμβάνουν πολλά κέντρα κλινικών μελετών). Γενικά, ούτε ο ασθενής ούτε οι ιατροί γνωρίζουν τί χορηγείται στον κάθε ασθενή (διπλή τυφλή μελέτη): αυτό  συμβαίνει προκειμένου  αποφευχθούν τυχόν προκαταλήψεις και από τις δύο πλευρές σχετικά με την αποτελεσματικότητα ή τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

* Οι ασθενείς συμμετέχουν σε μελέτες φάσης 1, ειδικά σε περιπτώσεις όπως οι θεραπείες για τον καρκίνο.

Μόλις ολοκληρωθούν επιτυχώς αυτές οι τρεις φάσεις, τα δεδομένα που έχουν προκύψει, μαζί με τα αποτελέσματα των προ-κλινικών δοκιμών, συλλέγονται για να διαμορφώσουν ένα φάκελο ο οποίος  θα υποβληθεί στις δημόσιες αρχές υγείας προς έγκριση και στη συνέχεια θα εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας

Φάση 4
Οι μελέτες δεν σταματούν μόλις το φάρμακο κυκλοφορήσει στην αγορά. Συνεχίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της κυκλοφορίας του. Οι μελέτες που αποτελούν τη φάση 4, διεξάγονται μετά από την έγκριση του φαρμάκου  σε συνθήκες κοντά σε εκείνες της συνήθους ιατρικής πρακτικής. Στόχοι σε αυτό το στάδιο είναι ο εντοπισμός πιθανών σπάνιων ανεπιθύμητων ενεργειών που διέφυγαν της προσοχής των ερευνητών στις προηγούμενες φάσεις (φαρμακοεπαγρύπνηση) και ο καθορισμός των συνθηκών χρήσης για ορισμένες ομάδες ασθενών που βρίσκονται σε κίνδυνο.

Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης,  καταγράφονται οι αλληλεπιδράσεις του φαρμάκου με άλλα συγχορηγούμενα και είναι δυνατό να αναπτυχθούν νέες φαρμακοτεχνικές μορφές και να επεκταθούν οι θεραπευτικές του ενδείξεις.